Xορεύοντας στη Λούνασα – Κριτική από τον Βαγγέλη Ραφτόπουλο

Όταν όλοι οι συντελεστές μιας παράστασης συνεργάζονται ιδανικά, όταν το κείμενο είναι υπέροχο, όταν ο χώρος προσφέρεται, τότε το αποτέλεσμα είναι εξαιρετικό.

Το θεατρικό έργο του  ΜΠΡΑΙΑΝ ΦΡΙΕΛ(1929-2015), ενός από τους καλλίτερους θεατρικούς Ευρωπαίους συγγραφείς, μεταφερμένο στη σκηνή από τα ΔΗΠΕΘΕ ΚΟΖΑΝΗΣ και ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ, σε σκηνοθεσία ΝΙΚΑΙΤΗΣ ΚΟΝΤΟΥΡΗ, αποθεώθηκε από τους θεατές, που έζησαν ζωντανά τους θρύλους της ΙΡΛΑΝΔΙΑΣ στον προηγούμενο αιώνα.

Με τρόπο εύγλωττο και παραστατικό οι πολλοί καλοί ηθοποιοί κατανόησαν στο απόλυτο τα γεγονότα της εποχής, την οικονομική δυσπραγία τόσο της χώρας, όσο και της οικογένειάς τους, αφοσιώθηκαν με ιερότητα στις δουλειές τους και περιχαρακωμένες στους τοίχους του σπιτιού τους ζούσαν με αξιοπρέπεια τη ζωή τους, ονειρευόμενες –και οι πέντε αδελφές- χαρές και άντρες που ποτέ δεν θα άγγιζαν.

Η συμφορά μεγάλωσε με την εκδίωξη του ιερέα αδελφού τους από την ΟΥΓΚΑΝΤΑ, όπου ταυτίστηκε με τους ιθαγενείς, χωρίς πλέον να εξυπηρετεί τα συμφέροντα της καθολικής εκκλησίας.

Η επάνοδος στη πατρική στέγη είχε σαν αποτέλεσμα την απόλυση της καθηγήτριας αδελφής από τον ιερέα-υπεύθυνο του σχολείου και αργότερα, λόγω της βιομηχανικής επανάστασης, την λύση της συνεργασίας δύο αδελφών με έμπορο πλεκτοβιομηχανίας.

Η πατάτα, σαν μοναδικό προιόν  διατροφής, και το αλεύρι ήταν τα μόνα που χόρταιναν στοιχειωδώς τη πείνα τους.

Η μοναδική διασκέδαση των κατοίκων του χωριού ήταν ο χορός στη ΛΟΥΝΑΣΑ, προς τιμή του θεού ΛΟΥ, αντίστοιχου του ΕΡΜΗ, έθιμο που ακόμη διασώζεται τις μέρες μας, με προσφορές στον θεό πατατών και βατόμουρων και βραβείο στον πρώτο χορευτή την κοπέλα που επιλέγει για σύζυγο.

Η οικογένεια όμως –υπό τη δεσποτική ΚΕΙΤ- δεν συμμετέχει, αλλά απομονώνεται στη δυστυχία της και φαντάζεται τις στιγμές που θα ζούσε, διασκεδάζοντας με ραδιόφωνο, το μοναδικό μέσο που θα μπορούσε να διατηρεί.

Το έργο  καταγράφει τις συμφορές μιας οικογένειας στην ΙΡΛΑΝΔΙΑ, δείγμα όμως ακριβές των συμφορών της φτωχής χώρας και των υπερήφανων κατοίκων της, που πέθαιναν από τις κακουχίες και τη πείνα, που μετανάστευαν, που ζούσαν κάτω από τον ζυγό της ΑΓΓΛΙΑΣ.

Απολαυστική παράσταση, με καθηλωμένους τους θεατές και πολιτικοκοινωνική όμως αναφορά στην απόβαση του ΜΟΥΣΟΛΙΝΙ στην ΑΒΗΣΣΥΝΙΑ, στον ΙΣΠΑΝΙΚΟ Εμφύλιο και στη βιομηχανική επανάσταση.

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΑΖΙΡΗΣ-πειραματική σκηνή της τέχνης- στο ρόλο του θείου ΤΖΑΚ ήταν ο κορυφαίος.

Με χιούμορ , λίγη αμνησία και εξαιρετική ερμηνεία, διεκπεραίωσε ένα δύσκολο ρόλο, προσπαθώντας να ελαφρύνει τη βαρειά ατμόσφαιρα του σπιτιού.

Η ΓΙΟΛΑΝΤΑ ΚΑΠΕΡΔΑ,εξαιρετική στο ρόλο της συντηρητικής ΚΕΙΤ, αυστηρή και άτεγκτη, με ισόρροπη συμπεριφορά, προσπάθησε ηρωικά να περισώσει την αξιοπρέπεια της οικογένειας, γινόμενη όμως ανυπόφορη.

Και οι υπόλοιποι όμως ηθοποιοί ανταποκρίθηκαν σε μέγιστο βαθμό στους ρόλους τους.

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΦΟΥΡΛΗΣ στο ρόλο του ΜΑΙΚΛ, η ΘΑΛΕΙΑ ΓΡΙΒΑ στο ρόλο της ΜΑΓΚΙ, η ΣΟΦΙΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ στο ρόλο της ΑΓΚΝΕΣ, Η ΛΙΝΤΑ ΦΟΥΝΤΟΓΛΟΥ στο ρόλο της ΡΟΟΥΖ, η ΣΟΦΙΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ στο ρόλο της ΚΡΙΣ, ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΝΤΑΣΚΑΣ στο ρόλο του ΤΖΕΡΥ ήταν υπέροχοι.

Η  ΝΙΚΑΙΤΗ ΚΟΝΤΟΥΡΗ συνέχισε τις εξαιρετικές σκηνοθεσίες της, εισέπραξε από τους ηθοποιούς τον καλλίτερο εαυτό τους, τους καθοδήγησε σε μονοπάτια και ατραπούς και κατάφερε να προσδώσει σάρκα και οστά σε ένα θαυμάσιο, αλλά άψυχο κείμενο.

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ  ΠΑΤΣΑΣ με τα υπέροχα σκηνικά-κοστούμια του, η ΕΛΕΝΗ ΜΟΛΕΣΚΗ στη δραματουργική συνεργασία και η ΑΓΝΗ ΠΑΠΑΔΕΛΗ-ΡΩΣΣΑΤΟΥ στη επιμέλεια κίνησης συνέβαλαν στην επιτυχία της παράστασης.