«Κι άλλαξε το δέρμα της η γη» από την ομάδα Νέων του ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης

Δημιουργώντας μέρα με τη μέρα για την παράσταση «Κι άλλαξε το δέρμα της η γη», που θα παρουσιαστεί στις 22 Ιουλίου στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής από την ομάδα Νέων του  ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Κοζάνης σε σκηνοθεσία Ελένης Ευθυμίου και καλλιτεχνική διεύθυνση Ελένης Δημοπούλου.

Κείμενο και Φωτογραφία: Ευαγγελία Ζαγκοντίνου, 16 ετών
«Καλοκαίρι 1973.
Η Μαρίνα άνοιξε τρέχοντας το γραμματοκιβώτιο και πήρε με αγωνία το γράμμα της. Ήταν από τον Αντώνη! Το άνοιξε προσεκτικά για να μην το σκίσει και διάβασε την πρώτη πρόταση «Αγαπητή Μαρίνα».
Η Μαρίνα εκείνη την ημέρα θα έκλεινε τα 14. Κατέβηκε κάτω, όλα τα αγαπημένα της πρόσωπα ήταν εκεί, εκτός από τον Αντώνη που ζούσε με την οικογένειά του σε μια κωμόπολη μακριά από το ήρεμο νησάκι της Μαρίνας. Η Μαρίνα και ο Αντώνης ήταν πολύ καλοί φίλοι. Έγραφαν γράμματα ο ένας στον άλλον σχεδόν δύο χρόνια. Περιέγραφαν όλη τους την ημέρα και έδιναν συμβουλές μεταξύ τους.

Καλοκαίρι 1995.
Τα χρόνια είχαν περάσει, η Μαρίνα είχε κλείσει τα 22. Τα γράμματα αργούσαν να έρχονται λόγω υποχρεώσεων και των δυο. Η Μαρίνα δούλευε στο ξενοδοχείο του νησιού και ο Αντώνης στην καφετέρια του μπαμπά του. Εκείνη την ημέρα η Μαρίνα είχε δει ένα όνειρο με τον Αντώνη. Πήγε το πρωί στη δουλειά της και παραιτήθηκε: το έχει αποφασίσει, αύριο θα πήγαινε να τον βρει. Το βράδυ εκείνο του έγραψε ένα γράμμα:
12 Μαΐου 1995
«Αγαπημένε μου Αντώνη,
Ποτέ στη ζωή μου δεν είχα φανταστεί ότι θα μπορούσα να αγαπήσω τόσο πολύ έναν άνθρωπο. Η κάθε λέξη στα γράμματα σου έκανε την καρδιά μου να χτυπάει και το πρόσωπό μου να φωτίζεται από χαρά. Μοιράστηκα μαζί σου τις σκέψεις μου και τα προβλήματά μου και πάντα με καταλάβαινες καλύτερα από όλους. Κι αν οι καιροί αλλάξουν, αν ποτέ συμβεί κάτι ανάμεσα μας, θα μείνουν οι αναμνήσεις. Όλα αυτά τα γράμματα. Χθες το βράδυ είδα ένα όνειρο, ονειρεύτηκα πως περπατούσαμε μαζί στην αμμουδιά και ο ουρανός ήταν γεμάτος με αστέρια και η θάλασσα ήταν τόσο γαλήνια… Τότε σε κοίταξα στα μάτια κι ένιωσα πολύ όμορφα. Δεν ξέρω τι σημαίνω για σένα, αν σημαίνω κάτι, θα είμαι όμως πάντα πλάι σου. Αυτό το γράμμα είναι για σένα που αγάπησα περισσότερο από κάθε τι!
Με αγάπη Μαρίνα»

Το επόμενο πρωί, η Μαρίνα ετοίμασε γρήγορα μια βαλίτσα και πήγε να πάρει το πλοίο και μετά το λεωφορείο, ώστε να συναντήσει τον Αντώνη. Μόλις έφτασε στη μικρή κωμόπολη έπεσε κάτω συγκλονισμένη. Άσπρη σκόνη παντού, όλα τα σπίτια σωριασμένα κάτω, άνθρωποι έτρεχαν από δω και από εκεί για να βοηθήσουν τα τραυματισμένα σώματα των συμπολιτών τους. Πανικός παντού. Την ανάγκασαν να επιστρέψει πίσω για την ασφάλεια της. Οι μήνες περνούσαν και κανένα γράμμα δεν ερχόταν από τον αγαπημένο της… Η Μαρίνα όμως συνεχίζει ακόμη να στέλνει γράμματα αγάπης.»

Κείμενο και φωτογραφία: Μαίρη Ζαχαράκη, 17 ετών

«Γιατί να βάλουμε άλλον ρε Γεωργία να κάνει τη δουλειά; Τι μπλέκεις άλλους στο σπίτι μας; Τόσα χέρια είμαστε θα τα μαζέψουμε μόνοι μας» μου φωνάζει κάθε φορά που παίρνω το θάρρος να του προτείνω να μας βοηθήσει κάποιος με τα πράγματα. Έχει ένα μήνα που κοιτάει και ξανακοιτάει κάθε γωνιά του σπιτιού, προσπαθώντας να βρει κάτι που δεν είναι σημαντικό, κάτι που δεν πειράζει να μείνει πίσω. Δεν βρίσκει τίποτα, ούτε εγώ μπορώ. Δύο εβδομάδες τώρα αρχίσαμε να γεμίζουμε κούτες. Η μικρή, που ακόμα δεν είναι σε ηλικία να καταλάβει τι γίνεται, βγάζει τα πράγματα και τα σκορπίζει στο πάτωμα. Ο Τασούλης είναι μεγαλύτερος και ξέρει τι συμβαίνει. Βοηθάει τον πατέρα του όσο μπορεί με το συμμάζεμα. Χθες ξέστησαν μαζί το κρεβάτι του. «Ε να μη γίνονται όλα τελευταία στιγμή». Τώρα θα κοιμάται, για όσο χρόνο έμεινε, σε ένα ράντζο δίπλα στην αδελφή του. Δεν παραπονέθηκε στιγμή το πουλάκι μου. Άκουσα τη Βασιλική από δίπλα να λέει ότι θα πάρουν μαζί τους και πόρτες και παράθυρα.
«Τόσα λεφτά δώσαμε, θα τα πάρουμε». Ο Φώτης το άκουσε και του μπήκε στο μυαλό. Όλο το πρωί ασχολιόταν με την πόρτα. Μετρούσε ύψος και πλάτος. Εγώ καθόμουν πίσω από τον τοίχο και τον έβλεπα να σιγομουρμουράει αριθμούς, να τα σημειώνει σε μια κόλλα χαρτί, να τους κοιτάζει ξανά και μετά να τα ξανακάνει όλα από την αρχή για να είναι σίγουρος. «Αχ βρε Φώτη μου και να την πάρεις μαζί σου την πόρτα, άλλον τόπο θα βλέπεις όταν την ανοίγεις…».

 

 

Κείμενο και Φωτογραφία: Κωνσταντίνα Ματιάκη, 15 ετών

«Όλα ξεκίνησαν εδώ…
Όλα ξεκίνησαν από μια πλαστική καρέκλα. Την είχα αγοράσει πολύ φθηνή από ένα παζάρι, τίποτα το ιδιαίτερο, μια λεύκη πλαστική καρέκλα, όμως αυτή με υποστήριζε μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο. Συνήθως δεν αγόραζα πράγματα μιας και ήξερα ότι δεν θα μπορούσαμε να τα κουβαλήσουμε στο καινούριο μας σπίτι αλλά αυτήν την καρέκλα την πηρά ασυνείδητα. Ήρθε η μέρα όμως που έπρεπε να την αφήσω. Με στήριξε μέχρι να φύγω. Κράτησε εμένα και όλο το βάρος που ένιωθα ότι κουβαλούσα στους ώμους μου.»